«Της Φωτιάς και της Ερημιάς». Όπως λέμε;

Της χαράς και της λύπης. Του πολέμου και της εγκατάλειψης. Του πάθους και της μοναξιάς.

Η συγγραφή ιστορικών μυθιστορημάτων ήταν μια συνειδητοποιημένη επιλογή ή απόρροια της βαθιάς γνώσης της ιστορίας;

Την ιστορία την έχω σπουδάσει στο πανεπιστήμιο, αλλά είναι και χόμπι μου. Το παρελθόν διαποτίζει το παρόν και εν πολλοίς προοικονομεί το μέλλον.

Η Μαντώ Μαυρογένους θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως η πρώτη Ελληνίδα φεμινίστρια;

Σίγουρα. Ήταν η γυναίκα που τόλμησε να δοθεί ανενδοίαστα στα πιστεύω της, στον έρωτά της και στην επανάσταση. Και πλήρωσε τις επιλογές της ακριβά.

Σας επηρέασε η νουβέλα του Ζηνουβιέ για την ηρωίδα;

Όχι. Την διάβασα αφού είχα ολοκληρώσει την έρευνά μου και τη βρήκα ωραιοποιημένη, με πολύ ρομαντικά και υπερβολικά στοιχεία.
Επίπλαστη.

Διακρίνατε κάποια εσκεμμένη πρόθεση παρουσίας του επίπλαστου;

Όχι. Θεωρώ ότι οφείλεται στον ρομαντισμό της εποχής, τον ακραίο φιλελληνισμό του συγγραφέα και την απόστασή του από την πραγματικότητα.

Προηγήθηκε ωστόσο και η κατά Σπύρο Μελά εκδοχή της δράσης της Μαυρογένους. Τι το νέο προσφέρει το δικό σας έργο;

Ο Μελάς καλύπτει μια δεκαετία περίπου της δράσης της ηρωίδας. Το της «Φωτιάς και της Ερημιάς» καλύπτει την περίοδο από την επανάσταση του 1770  (ορλωφικά) μέχρι  το 1838 ( βασιλεία Όθωνος), δηλαδή 68 χρόνια. Πέραν αυτού αποκαλύπτoνται και οι σκοτεινές πλευρές του αγώνα.

Σε κάποιο σημείο ο αναγνώστης απομυθοποιεί κάποιους ήρωες και το απελευθερωτικό ιδεώδες…

Πιστεύω πως πρέπει να θεωρούμε «εθνικό ό,τι είναι αληθινό» και η εκτεταμένη έρευνα μου νομίζω πως προσεγγίζει ικανοποιητικά την αλήθεια. Δε χάνουμε τίποτε με το να βλέπουμε και την άλλη όψη των πραγμάτων, αντίθετα κερδίζουμε σε αυτογνωσία και κατανόηση της ανθρώπινης φύσης, γερά θεμέλια, κατά την γνώμη μου, εξέλιξης.

Ο δρόμος της έρευνας ήταν μακρύς;

Μακρύς, ελικοειδής και λαβυρινθώδης. Έπρεπε να ζυγίζω και να κρίνω τη δράση των εμπλεκομένων προσώπων για να πάρω θέση. Χρειάστηκαν παραπάνω από τρία χρόνια για να ολοκληρωθεί αυτή η προσπάθεια.

Εσάς σας βοήθησε να νιώσετε περισσότερο «Ελληνίδα» αυτό το «ταξίδι» στην ιστορία;

Περισσότερο συνειδητοποιημένη Ελληνίδα. Μια Ελληνίδα που γνωρίζει και όσα δε διδάχτηκε.

Υπήρξαν φορές που θελήσατε να αποφύγετε την αναφορά κάποιων γεγονότων που θα «χαστούκιζαν» την εθνική μας περηφάνια;

Όχι. Προσπάθησα να κοιτάξω με καθαρό μάτι τα γεγονότα και κυρίως να ανακαλύψω τα κρυμμένα ελατήρια που κινούσαν τα πρόσωπα επηρεάζοντας έτσι και την τροπή των γεγονότων.

«Τέτοια ράτσα είμαστε οι Έλληνες. Πιστεύουμε στα θαύματα και τα θαύματα μας βρίσκουν» γράφετε κάπου. Ποια θαύματα μας βρήκαν κατά τη γνώμη σας;

Το πρώτο ήταν η απελευθέρωσή μας μετά από αιώνες σκλαβιάς και η δημιουργία εθνικού κράτους. Τολμήσαμε, πρώτοι εμείς από όλους τους Βαλκάνιους και πετύχαμε με μια τρέλα θεοτική.

Το θαύμα μας βρήκε; Δεν το διεκδικήσαμε;

Τα θαύματα συμβαίνουν σε αυτούς που πιστεύουν πως τα αξίζουν. Η πίστη κινητοποιεί τη δράση.

Τι σημαίνει για σας συγγραφέας;

Ο άνθρωπος που ηρεμεί μόνο όταν συνεχίζει να γράφει.

Ήταν σημαντικό εχέγγυο για την πορεία σας η βράβευσή σας από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών;

Ήταν μια ικανοποίηση, αλλά οπωσδήποτε θα συνέχιζα και δίχως βραβείο. Άλλωστε η καλύτερη βράβευση είναι η ανταπόκριση των αναγνωστών.

Αν υποθέσουμε ότι κάθε βιβλίο σας είναι ένα μέρος του εαυτού σας. Τι αντιπροσωπεύουν για εσάς τα προηγούμενά σας;

Ο «Άγης», ο «Κλεομένης», αλλά και η ηρωίδα μου στο «Δύο στον Καθρέφτη» προσπαθούν να αντισταθούν στη φθορά και στο συμβιβασμό. Κάπως έτσι, στο μέτρο του δυνατού, πορεύομαι κι εγώ στη ζωή μου. Στο «Άλλο» δίνεται μια άλλη πρόταση ζωής, όπως την ονειρεύομαι.

«Όσοι ξανοίγονται στις θάλασσες των ονείρων συχνά τσακίζονται στα βράχια της διάψευσης» εσείς το γράφετε αυτό. Το θεωρείται μοιραίο;

Τα όνειρα είναι συχνά επικίνδυνα, αλλά ωστόσο απαραίτητα. Για να γίνει ένα βήμα χρειάζονται όραμα και θυσίες.

Θα ήταν υπερβολή να σας ρωτήσω ποιο είναι το δικό σας όνειρο;

Το επόμενο βιβλίο μου να είναι πάντα καλύτερο από το προηγούμενο.

Τι είναι αυτό που σας οδήγησε να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;

Γράφω από παιδάκι του Δημοτικού. Ποιήματα, παραμυθάκια. Και διάβαζα πολύ. Τις ιστορίες που διάβαζα τις συνέχιζα με τη φαντασία μου στο κρεβάτι, πριν αποκοιμηθώ. Σωστό σίριαλ. Γι’ αυτό  ανυπομονούσα  να έρθει η ώρα του ύπνου. Για τη συνέχεια που δεν ήξερα ακόμη. Από νύχτα σε νύχτα αυτό γινόταν. Δεν υπήρχε και τηλεόραση τότε. Στην τρίτη τάξη του γυμνασίου επιχείρησα το πρώτο μου μυθιστόρημα με ηρωίδα τον εαυτό μου, στην ιδανική, κατά τη γνώμη μου,  εκδοχή του.  Δεν το τελείωσα ποτέ… Είναι κομμάτι της ζωής μου το γράψιμο.

Υπάρχει λόγος που έχετε εστιάσει στη συγγραφή μυθιστορημάτων;

Το μυθιστόρημα σε ταξιδεύει, χάνεσαι μέσα σε αυτό. Το θεωρώ πιο ενδιαφέρον από τα άλλα λογοτεχνικά είδη, γιατί μπορώ να επεκταθώ σε πολλά επίπεδα. Είναι άλλωστε και το αγαπημένο μου αναγνωστικό είδος.

Το 1997 εκδώσατε και ένα παιδικό μυθιστόρημα, «το πιο Όμορφο Ταξίδι»

Το είχα γράψει αποκλειστικά για τον μικρό μου τότε γιο και τους φίλους του. Ξεχάστηκε μετά σε ένα συρτάρι για αρκετά χρόνια, μέχρι που μια φίλη μου το διάβασε και με παρακίνησε να το υποβάλω στον διαγωνισμό της «Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς», όπου και πήρε το πρώτο βραβείο.

Ίσως σας είναι δύσκολο να ξεχωρίσετε ένα από τα βιβλία σας, αλλά φαντάζομαι πως υπάρχει κάποιο με ιδιαίτερη σημασία για εσάς. Ποιο είναι αυτό;

Για μένα είναι όλα ιδιαίτερα. Μπορώ να πω όμως πως το αγαπημένο μου κάθε φορά είναι το τελευταίο. Γιατί το βιώνω για ένα μεγάλο διάστημα και με κυριεύει μέχρι να έρθει το επόμενο.

Τι είναι αυτό που σας ευαισθητοποιεί και σας εμπνέει ώστε να γράφετε;

Ο αγώνας του ανθρώπου για να ζει ελεύθερος με την πιο πλατειά έννοια, δηλαδή μη προδίδοντας τα βαθιά πιστεύω του, είτε πρόκειται για ιστορικές μορφές «ΑΓΗΣ», «ΚΛΕΟΜΕΝΗΣ», «ΜΑΝΤΩ ΜΑΥΡΟΓΕΝΟΥΣ» είτε για σύγχρονους ανθρώπους. Για παράδειγμα, στο βιβλίο μου “Δύο στον Καθρέφτη» με κινητοποίησεto το δημοσίευμα του τύπου για μια γυναίκας –εισαγγελέα που θέλησε να αποκαλύψει τη διαφθορά συγκεκριμένου χώρου και βρέθηκε απειλούμενη και κατηγορούμενη.

Πόσο απήχηση έχει στο αναγνωστικό κοινό το ιστορικό μυθιστόρημα;

Είναι πολύ ευχάριστο ότι το τελευταία χρόνια το είδος γνωρίζει άνθιση. Φαίνεται ότι ο κόσμος έχει αρχίσει να ζητά την ιστορική αυτογνωσία. Ίσως βρίσκει στο παρελθόν, με την προοπτική που δίνει η χρονική απόσταση, πιο ολοκληρωμένες και ενδιαφέρουσες μορφές και καταστάσεις, ενώ η σύγχρονη πραγματικότητα φαίνεται κατακερματισμένη και μονότονη.

Το Μάη του 2003 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις « Κέδρος» το ιστορικό μυθιστόρημα «Βίος και Πολιτεία του Γερακάρη Λιμπεράκη» , εμπνευσμένο από τη δυναμική και αμφιλεγόμενη μορφή του Μανιάτη Γερακάρη ( 17ος αιώνας). Το βιβλίο, που συγκίνησε Μανιάτες και μη, κυκλοφορεί ήδη σε β΄ έκδοση.

Σύμφωνα με το βιογραφικό σας, κ. Μαυροκεφάλου, δεν κατάγεστε από τη Μάνη. Πώς λοιπόν αποφασίσατε να γράψετε αυτό το βιβλίο;

Αυτή την ερώτηση μου την κάνουν συχνά. Το βιβλίο γεννήθηκε από έρωτα, κ Κοτσωνή. Έρωτα για τη Μάνη. Πώς αλλιώς να ονομάσω τον θαυμασμό, το δέος, την αγαλλίαση που με κυρίεψαν όταν πρωτοεπισκέφτηκα τη Μάνη; Και δεν ήταν κάτι περαστικό αυτή η γοητεία. Επέμενε. Γινόταν όλο και πιο έντονη.

Να υποθέσω ότι κάποιος Μανιάτης σας έκανε λόγο για τον Γερακάρη Λιμπεράκη;

Όχι. Τον συνάντησα αυτοπροσώπως…

Εννοείτε ίσως κάτι μεταφυσικό;

Τον συνάντησα τυχαία μέσα σε ιστορικά βιβλία, ενώ έκανα έρευνα για το προηγούμενο μυθιστόρημά μου, «της Φωτιάς και της Ερημιάς». Εντυπωσιάστηκα από την προσωπικότητα, τη ζωή του. Τι δεν υπήρξε! Εκδικητής, πειρατής, κωπηλάτης σε γαλέρα, μπέης της Μάνης, ιππότης της Βενετίας, κατάδικος. Μυθιστορηματική ζωή. Αδάμαστη. Η μορφή του Γερακάρη έδεσε με τη Μάνη. Έτσι άρχισε να κυοφορείται το βιβλίο…

Μπήκατε στο πετσί της Μάνης και του Γερακάρη. Πώς το καταφέρατε;

Χαίρομαι που αυτό το λέτε εσείς, ένας Μανιάτης, κ. Κοτσωνή. Ερεύνησα και μελέτησα εκτεταμένα ό,τι είχε γραφτεί από Μανιάτες και άλλους για τη Μάνη και τον ήρωά μου. Τα μανιάτικα μοιρολόγια και παραμύθια υπήρξαν πολύτιμη πηγή. Ήταν και τα ταξίδια στη Μέσα Μάνη, πάντα εκτός τουριστικής σεζόν, η βοήθεια από φίλους Μανιάτες.. Αλλά όλα αυτά χρειάστηκαν μια εσωτερική επεξεργασία για να τα κάνω δικά μου, να μπω στο πετσί τους. Κι ακόμη πιο βαθιά τολμώ να πω. Στο μεδούλι τους…

Και τι βρήκατε στο μεδούλι;

Το φιλότιμο. Την αίσθηση της τιμής. Την αίσθηση του χρέους. Αδύνατο να υπάρξει ο Μανιάτης αν δεν είχε το μέτωπο καθαρό. Αυτή η στάση νομίζω συνοψίζεται στο στιχούργημα : «Εμείς γιατί μαλώνουμε; Όλο για την τιμή μας. Ξοδιάζουμε το πράμα μας. Πάει και η ζωή μας».

Και ο Γερακάρης; Τι είναι για σας ο Γερακάρης Λιμπεράκης;

Γέννημα και θρέμμα μιας εποχής σκληρής και ταραγμένης, ένας άνθρωπος με φοβερές ικανότητες, φιλοδοξίες κι αντοχές που δεν το βάζει ποτέ κάτω.

Κατηγορήθηκε ως προδότης από μια μερίδα ιστορικών, επειδή συνεργάστηκε για ένα διάστημα με τους Τούρκους, όταν αυτοί πολεμούσαν με τους Βενετούς. Ποια είναι η δική σας θέση;

Οι κατηγορίες θα έστεκαν, αν οι Βενετοί ήταν ελευθερωτές. Ήταν όμως κατακτητές. Και το απέδειξαν. Είναι λάθος να βλέπουμε το παρελθόν μέσα από σύγχρονη οπτική γωνία. Άλλωστε η συνεργασία με τους Τούρκους απέβλεπε στο να γίνει η Λακωνία αυτόνομη ή ημιαυτόνομη, κατά το πρότυπα της Μολδοβλαχίας, υπό την ηγεμονία φυσικά του Γερακάρη. Αν η προσπάθεια πετύχαινε θα μιλούσε κανείς για προδοσία; Ο Γερακάρης έδρασε κατά τις περιστάσεις και την εποχή του, δεν ήταν άγγελος, και δεν έχει ανάγκη από εξωραϊσμούς και δικαιολογίες. Αν είχε γεννηθεί μερικές δεκαετίες αργότερα, σίγουρα θα κατείχε άλλη θέση στην ιστορία, όπως ο εγγονός του Παναγιώτης Μπενάκης, πρωταγωνιστής της απελευθερωτικής επανάστασης του 1770, της «ορλωφικής», και ο δισέγγονός του, Λιμπεράκης Μπενάκης, γιος του Παναγιώτη.

Στο βιβλίο υπάρχει έντονο και το ερωτικό στοιχείο. Πιστεύετε πως , αν δε συνέβαινε η αρπαγή της μνηστής του, η ζωή του Γερακάρη θα ήταν διαφορετική, οπότε δε θα αποτελούσε και θέμα του βιβλίου σας;

Πιθανότατα. Ο έρωτας είναι μια αρχέγονη δύναμη. Είναι πηγή ζωής και κίνητρο δράσης. Μπορεί ν’ αλλάξει τα πάντα. Στην περίπτωση βέβαια του Γερακάρη και μέσα στο πλαίσιο της μανιάτικης κοινωνίας καταλήγει σε ζήτημα τιμής που απαιτεί δικαίωση, « γδικιωμό».

Μια τέτοια στάση ζωής βρίσκεται πως συγκινεί σήμερα; Πως γίνεται κατανοητή;

Σήμερα η αυτοδικία δεν έχει λόγο ύπαρξης, είναι καταδικαστέα. Υπάρχει όμως και μια πτυχή που δεν μας αφήνει αδιάφορους. Εκείνοι οι άνθρωποι ενεργούσαν όχι μόνο για τον εαυτό τους, αλλά και για τη γενιά τους. Ήταν υπεύθυνοι και προς τους προγόνους και προς τους απογόνους τους. Με άλλα λόγια, ήταν κρίκοι μιας αλυσίδας κι είχαν μια στέρεη αίσθηση  συνέχειας και δύναμης, όπως εύγλωττα εκφράζεται στους μανιάτικους πύργους.  Σήμερα αυτή η αίσθηση βαίνει προς εξαφάνιση. Νιώθουμε αποκομμένοι, χαμένοι, ιδίως οι κάτοικοι των μεγαλουπόλεων. Μυστικά λαχταρούμε ό,τι χάσαμε. Τη συλλογικότητα, τη συνέχεια…

Το μυθιστόρημά σας βασίζεται σε στοιχεία, είναι πλούσιο, δυνατό και διαβάζεται με πολύ ενδιαφέρον. Πόσο χρόνο σας πήρε η ολοκλήρωσή του;

Πάνω από τρία χρόνια. Το δούλεψα πολύ. Ήθελα να είναι το καλύτερο έργο μου.

Νομίζω ότι το πετύχατε.

Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το βιβλίο “Τότε που το Νερό πολεμούσε τη Φωτιά”;

Ο θρύλος της Ατλαντίδος, η ακμή κι ο αφανισμός μιας αφάνταστα προηγμένης αυτοκρατορίας σε παμπάλαιους χρόνους, ανέκαθεν με γοήτευε. Η επαφή μου με τα πλατωνικά έργα «Τίμαιος» και «Κριτίας», όπου για πρώτη φορά αναφέρεται η Ατλαντίδα, αλλά και με μεταγενέστερων συγγραφέων και ερευνητών, έκανε τη γοητεία αυτή ακαταμάχητη.

Όμως την Ατλαντίδα – Μακαρία στο βιβλίο μου- την είδα και σαν το απαράμιλλο σκηνικό όπου εκτυλίσσεται, στην αρχέγονη κι ωμή εκδοχή του, το διαχρονικό δράμα της λυσσασμένης πάλης για την  Εξουσία, όταν θεϊκοί πατέρες  και τέκνα, επί τρεις γενιές, αλληλοσπαράσσονται. Η γνωστή μας Τιτανομαχία αναφέρεται στο θρίαμβο της τρίτης γενιάς, εκείνης των Ολύμπιων θεών.

Σε αντιδιαστολή, φαντάστηκα έναν πρωτόγονο, μητριαρχικό κόσμο, απλοϊκό κι αθώο, θύμα της υπερδύναμης, αλλά και φύτρα του Νέου.

Τι θέλατε να πείτε στους αναγνώστες μέσα από τις σελίδες  του μυθιστορήματος;

Το πάθος της εξουσίας, αξεχώριστο από τον τρόμο της απώλειάς της, γεννάει την παραφροσύνη και την καταστροφή. Η Ύβρις νομοτελειακά καρπίζει την Νέμεση. Η Κάθαρση, από την άλλη μεριά, προετοιμάζει το έδαφος για ν’ ξανανθίσει το θαύμα της Ζωής. Κι η Ελπίδα.

Μυστικός κρίκος τιτλοφορείται το νέο σας μυθιστόρημα. Ποια ήταν αφόρμηση γι’ αυτή τη νέα κυκλοφορία και ποια τα στάδια μέχρι την τελική της μορφή;

Το βιβλίο αυτό ξεπήδησε από ερωτήματα που με απασχολούν χρόνια. Και έχουν γίνει πιο πιεστικά στην τωρινή κρίση της πανδημίας. Όχι πως έχουμε ξεμπερδέψει με τις προηγούμενες. Κάθε άλλο. Αναρωτιέμαι λοιπόν με όχημα τον Μυστικό κρίκο: Γιατί να αγνοείται η δυναμική και οι δυνατότητες της περιφερειακής ανάπτυξης, ενώ η μεγαλούπολη έχει καταντήσει αβίωτη και –ποιος δεν το παραδέχεται;– εκκολαπτήριο βίας, ανεργίας, μοναξιάς, κατάθλιψης, τοξικοεξάρτησης; Το τελευταίο το ομολογούν και τα περίφημα λύματα. Και «ο θάνατος του εμποράκου»; Ασήμαντος; Και οι συνέπειές του; Γιατί λοιπόν να εγκαταλείπεται η ύπαιθρος, ενώ η τηλεργασία καταργεί τις αποστάσεις και δεν απαιτείται πλέον απαραίτητα η σωματική παρουσία του εργαζόμενου; Μήπως η ψηφιακή τεχνολογία δεν παρέχει στον καλλιεργητή ατέλειωτες ευκαιρίες για επικοινωνία, μόρφωση, εξέλιξη, συμμετοχή στα πολιτιστικά δρώμενα, προώθηση της παραγωγής του; Ποια σχέση μπορεί να έχει ο παλιός «χωριάτης» με τον μοντέρνο αγρότη; Της μέρας με τη νύχτα. Και η ζωή στη φύση; Δεν είναι παράγοντας σωματικής και ψυχικής υγείας; Ή μήπως στα νοσοκομεία των πόλεων κατοικοεδρεύει η υγεία; Και δεν θα έπρεπε να είναι πολιτική προτεραιότητα η εξασφάλιση της τροφικής τουλάχιστον αυτάρκειάς μας, τη στιγμή που οικονομικοί κολοσσοί ανταγωνίζονται λυσσαλέα για την απόκτηση καλλιεργήσιμης γης προς εκμετάλλευση; Ο έλεγχος της τροφής δεν σημαίνει δουλεία των λαών; Φυσικά o Μυστικός κρίκος δεν είναι μανιφέστο. Μυθιστόρημα είναι με χαρακτήρες σε αντίξοες καταστάσεις, σχετικές με τα παραπάνω, που φέρνουν τα επάνω κάτω στη ζωή τους. Όμως δεν είναι άβουλα υποκείμενα. Αντιδρούν, έστω και στα τυφλά. Εξελίσσονται και ανοίγουν νέους δρόμους. Για τους ίδιους και τους άλλους. Το κείμενο το επεξεργάστηκα με διαδοχικές αναγνώσεις, αφήνοντας ενδιαμέσως μεγάλα χρονικά κενά, ώστε να έχω, κατά το δυνατόν, την αποστασιοποιημένη κριτική ματιά του αναγνώστη. Το αποτέλεσμα ήταν η αφαίρεση κάποιων κομματιών, ώστε να καταλήξει πιο σφιχτοδεμένο και δυνατό. Ελπίζω να τα κατάφερα.

Ποιος είναι ο μυστικός κρίκος, πέρα από τη γράφουσα, που συνδέει το βιβλίο αυτό με την υπόλοιπή σας εκδοτική κυκλοφορία;

Ωραία ερώτηση. Και πρόκληση να αναζητήσω τον «μυστικό κρίκο» της υπόγειας σύνδεσης των βιβλίων μου. Θα έλεγα λοιπόν πως είναι ο πόθος, όλων μας νομίζω, για έναν κόσμο πιο δίκαιο, πιο φωτεινό, πιο «ανθρώπινο». Λέω όλων, γιατί οι ρόλοι συχνά αλλάζουν. Το θύμα γίνεται θύτης. Ο θύτης θύμα. Πανανθρώπινος ο πόθος λοιπόν και μήτρα του η ανάγκη. Η ανάγκη γεννιέται από την έλλειψη, όταν συνειδητοποιείται. Και πώς συμβαίνει αυτό; Συχνά λόγω ενός σοκ, μια ανάδυσης έπειτα από καταβύθιση. Αρκετοί ήρωες των βιβλίων μου βιώνουν τέτοιες καταστάσεις αφύπνισης και στη συνέχεια αλλαγής πορείας.

«Δεν έχω ακόμη ελευθερωθεί από τις λέξεις», αναφωνεί σε κάποιο σημείο η ηρωίδα σας. Οι λέξεις πόσο αλληλέγγυες ήταν μαζί σας καθ’ όλη τη 45χρονη συγγραφική σας πορεία;

Ποτέ δεν με πρόδωσαν οι λέξεις. Ακούω τη μουσική τους πριν τις καταγράψω. Έρχεται από μια γαλήνια σιωπή, ποτέ από αναταραχή και βαβούρα.

Ο αναγνώστης του βιβλίου σας γίνεται περιηγητής μιας διαφορετικής οπτικής της ζωής, όπου οι λέξεις φιλία (στην ουσιώδη διάστασή της), αγάπη για τον πλησίον και για τη φύση βρίσκουν αληθινή πραγμάτωση. Βρισκόμενη σε αυτό το ηλικιακό πεδίο, πώς θωρείτε τις σημερινές ανθρώπινες σχέσεις που αναπτύσσονται, κατά κόρον, μέσω διαδικτυακών εφαρμογών;

Έχουμε ζωτική ανάγκη την αγάπη, τη φιλία, τη συναλληλία για να ευδοκιμούμε. Αλλιώς μαραζώνουμε. Οι διαδικτυακές επαφές υπηρετούν αυτές τις ανάγκες, σε παρεκκλίνουσα έστω μορφή που συχνά φτάνει σε εμμονή, εξάρτηση και πολλά παρατράγουδα. Όμως η υπερβολή αναπόδραστα προκαλεί κάποτε κορεσμό, ο κορεσμός με τη σειρά του αντίδραση που νομοτελειακά θα καταλήξει κάποτε σε εξισορρόπηση. Παρατηρώ πως αρκετοί αυστηροί επικριτές των διαδικτυακών επαφών είναι ακριβώς οι κολλημένοι στην οθόνη τους νέοι. Αντίφαση; Ασφαλώς. Αλλά ποιος δεν είναι αντιφατικός; Μακάρι η γνώση να ωρίμαζε αυτόματα σε πράξη, όμως η διαδικασία της ωρίμανσης είναι αργή. Τολμώ να προβλέψω «επανάσταση» από νεότερες γενιές, μπουχτισμένες από την ψηφιακή πολιορκία, που θα αναζητήσουν διέξοδο, γενιές που θα σνομπάρουν τις πρακτικές των σημερινών «νεοφώτιστων». Όσο για τη φύση, όλο και περισσότεροι νέοι την ανακαλύπτουν, συχνά σε «ημιπαράνομες αποδράσεις». Ο λόγος; Η κλεισούρα και οι υπερβολικές τηλεοπτικές και διαδικτυακές δόσεις λόγω πανδημίας.

 

Ποτέ δεν με πρόδωσαν οι λέξεις. Ακούω τη μουσική τους πριν τις καταγράψω.

 

Στο βιβλίο σας περιγράφετε και τον σκοτεινό λαβύρινθο των διαπλοκών και των δημοσίων σχέσεων με ύποπτα ανταλλάγματα. Τι σκέψεις σάς δημιουργεί αυτή η κατάσταση και με δεδομένες τις αποκαλύψεις των τελευταίων ημερών;

Η εξουσία διαφθείρει και φανερώνει από τι υλικό είναι φτιαγμένος ο κάτοχός της. Στην περίπτωση που εσείς εννοείτε, ευτελές μέχρι αναγούλας. Από την άλλη, «θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία». Και φυσικά η ελευθερία να διαθέτεις κατά βούληση το σώμα σου. Όμως η λέξη αρετή έχει εξαφανιστεί από το λεξιλόγιό μας, προφανώς θεωρείται πλέον κενή περιεχομένου. Όσο για την τόλμη, αυτή καλείται να πει το «μεγάλο όχι» με διακύβευμα την «επιτυχία» όποιας μορφής και χρώματος. Ωστόσο «άγνωστοι στρατιώτες», αφανείς στον ακήρυκτο και βρόμικο πόλεμο, όπου το ζητούμενο είναι η ψυχική εκπόρνευση, είπαν και λένε όχι πληρώνοντας το τίμημα. Είναι τέτοια η στόφα τους. Τέτοια και η ηρωίδα του βιβλίου, η Άννα.

Η έννοια της μητέρας στις σελίδες του βιβλίου σας, με επιδέξιο τρόπο, δικαιολογεί την ακριβή της σημασία κάθε της στιγμή. Στη μεταπολιτευτική Ελλάδα πόσο στηρίχτηκε, πιστεύετε, η μητρότητα από την Πολιτεία;

Υπήρξαν κάποια οριζόντια επιδοματικά μέτρα, μη στοχευμένα και αναποτελεσματικά. Η κατάσταση χειροτέρευσε με τα μνημόνια και, βέβαια, με την πανδημία. Τα δέκα τελευταία χρόνια οι θάνατοι υπερτερούν αριθμητικά των γεννήσεων στην Ελλάδα και «ο νοών νοείτω»… Η ενίσχυση της μητρότητας είναι θέμα εθνικής επιβίωσης, όχι λιγότερο σημαντικό από τις αγορές πολεμικού υλικού. Η σιωπή των αρμοδίων γύρω από αυτό το καυτό ζήτημα προκαλεί ερωτήματα.

«Η ευθανασία απαγορεύεται, συνίσταται ο θάνατος σε δόσεις», αναφέρετε κάπου. Μια φράση που, κυρίως, με την επιλογή του δεύτερου ρήματος δίνει την πλέρια περιγραφή της σημερινής κατάστασης. Ποια, όμως, είναι τα περιθώρια αντίδρασής μας σε αυτές τις δόσεις, όπως και να μεταφράζονται;

Δεν μπορώ να δώσω συνταγές. Ίσως όμως μπορώ να πω κάτι για εκείνη την εσωτερική φωνούλα που γνωρίζει το «καλό» μας και απτόητη μας το ψιθυρίζει επίμονα, ό,τι κι αν λένε οι γύρω, ακόμη και σε πείσμα των δικών μας ενδοιασμών και υπεκφυγών. Από πού πηγάζει η φωνούλα; Από μια βαθιά επίγνωση, μισοθαμμένη σε συνήθειες, ψευτοβόλεμα, αδράνεια, ψευδαισθήσεις ασφάλειας. Στο βιβλίο η ηρωίδα μου τελικά υπακούει στη «φωνούλα» και, αντί για τον «θάνατο σε δόσεις» στην Αθήνα, ρισκάρει να ξεκινήσει μια νέα ζωή στο ορεινό, ξεχασμένο Αγνάντιο. Εκεί συναντά τον έρωτα, τη φιλία, την αλληλεγγύη, τη δημιουργική δράση, αλλά και την αμφισβήτηση και τον πόνο της απώλειας. Ζει με πληρότητα. Να βουτάς με το κεφάλι στη ζωή, αυτό πιστεύω. Το να μη συμβιβάζεσαι με τις «δόσεις θανάτου» σημαίνει ότι σπάζεις στεγανά, του μυαλού κυρίως, και γυρίζεις, έστω και με την ψυχή στο στόμα, την πλάτη στον φόβο. Και με έκπληξη τον βλέπεις τότε να ξεμακραίνει με την ουρά στα σκέλια. Η αρχή έχει γίνει…

«Με συγχωρείτε που δεν ξέρω κανένα σας. Εγώ είμαι μια ξένη εδώ πέρα», λέει η πάσχουσα από άνοια μητέρα της ηρωίδας σας, πριν καθίσει στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Οι αλλοιώσεις της μνήμης, αυτές οι ανενδοίαστες αυξομειώσεις που επιβάλλει ο χρόνος, πόσο σας φοβίζουν;

Βρίσκω το «επιβάλλει ο χρόνος» υπερβολικό. Η έκπτωση των λειτουργιών του γερασμένου οργανισμού, μαζί και της μνήμης, είναι αναπόφευκτη, σε διαφορετικό βέβαια βαθμό για τον καθένα. Η άνοια είναι απλώς μια πιθανότητα –όχι κάτι το αναπόφευκτο– ανάμεσα σε άλλες. Επί του παρόντος ελάχιστα με απασχολεί, όχι μόνο λόγω έμφυτης αισιοδοξίας, αλλά και ποικίλων δραστηριοτήτων.

Από τον Άγη, το πρώτο σας νεανικό μυθιστόρημα του 1977, ως σήμερα, ποιες είναι οι πιο έντονες, ως και έμμονες, στιγμές που αιχμαλώτισε η μνήμη σας;

Προς το παρόν δεν ρέπω προς την αναπόληση, πολύ περισσότερο την εμμονική. Ωστόσο κάπου κάπου με επισκέπτονται μνήμες. Μνήμες που με πνίγουν, μνήμες που με γαληνεύουν και με στερεώνουν. Ένα πολύ έντονο συναίσθημα τις έχει αποτυπώσει ανεξίτηλα στους νευρώνες του μυαλού μου. Και ανακαλούνται σαν συναισθήματα κυρίως, όχι τόσο σαν γεγονότα. Δύσκολα μπαίνουν σε λόγια. Άλλωστε είναι ο μυστικός κόσμος μου.

 

Ο σκληρός ατομικισμός είναι φυλακή.

 

Τι παρατηρείτε στη νέα συγγραφική γενιά που ξεχύθηκε στη λογοτεχνία την αυγή του 21ου αιώνα;

Παρατηρώ σφρίγος, τόλμη, οικονομία στα εκφραστικά μέσα τους, σφαιρική αντίληψη του κόσμου, θεματολογία ευρεία και πρωτότυπη. Ενδεικτικά και πρόχειρα αναφέρω τους Παπαμάρκο και Παπαντώνη.

Τιθασεύοντας τον χρόνο μέσα από ποικίλες εθελοντικές δράσεις τι αποκομίσατε; Τι προτρέπετε τους νέους ανθρώπους;

Τον χρόνο δεν επιχειρώ να τον τιθασεύσω – πώς θα μπορούσα, άλλωστε; Τον αποδέχομαι ως ένα πολύτιμο δώρο που αμοίραστο καταντά βάρος. Τίποτε δεν ζει για τον εαυτό του. Είναι φυσικός νόμος. Και ο εθελοντισμός, εφόσον μάλιστα έχεις τελειώσει με οικογενειακές κι επαγγελματικές υποχρεώσεις, είναι κάτι το φυσικό νομίζω. Όσο για το: τι προτρέπω τους νέους; Να ζούνε με πληρότητα, εγρήγορση, τόλμη και έγνοια για τον άλλον. Ο σκληρός ατομικισμός είναι φυλακή.

Οι μέρες της πανδημίας τι καινούργιο αποκάλυψαν σε σας;

Οι μέρες της πανδημίας μού αποκάλυψαν τις αντοχές μου και ότι μπορώ ακόμη να επανεφευρίσκω τη ζωή μου. Σε αυτό βέβαια βοηθάει πολύ ότι ζω στην εξοχή.

«Ίσως η ζωή να είναι μόνο αυτό… ένας φόβος και ένα όνειρο», λέει ο Τζόζεφ Κόνραντ. Κλείνοντας τη συνέντευξη, θα ήθελα να σας ρωτήσω: Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας και ποια τα όνειρά σας για τη συνέχεια;

Ωραία τα λέει ο Κόνραντ. Φόβος και όνειρο η ζωή. Ο μεγαλύτερος φόβος μου; Ο απανθρωπισμός του ανθρώπου μέσα από μια παρανοϊκή τεχνολογική εξέλιξη. Όμως η Ύβρις τιμωρείται από τη Νέμεσι, ώστε να αποκατασταθεί η αρμονία. Στο βιβλίο μου, ο αναγνώστης θα συναντήσει τη λέξη «Κογιανισκάτσι», λέξη ινδιάνικη που σημαίνει ζωή σε ανισορροπία και σύγχυση, ζωή που ζητά μεταμόρφωση. Τη δανείστηκα ως ονομασία αντισυμβατικού ηλεκτρονικού περιοδικού –έχει ρόλο στο βιβλίο μου– από τον τίτλο της κινηματογραφικής ταινίας-ντοκιμαντέρ του Ρέτζιο, που απεικονίζει συνταρακτικά, μόνο μέσα από μουσική και εικόνες, την αχαλίνωτη εκμετάλλευση της φύσης –την επιτρέπει η μηχανή– και την τελική συντριβή του ανθρώπου-εκμεταλλευτή. Τα όνειρά μου; Να είναι καλά το παιδί μου και εγώ να παραμένω χρήσιμη και δημιουργική, είτε αυτό σημαίνει πως γράφω ένα καλό βιβλίο είτε πως ποτίζω ένα διψασμένο δεντράκι. Και κάτι ακόμη. Να συνεχίσω να ταξιδεύω.

 

Μυστικός κρίκος
Λιλή Μαυροκεφάλου
Εκδόσεις Κομνηνός
221 σελ.
ISBN 978-618-5430-25-2

Πηγή: diastixo.gr